4 φωτογραφίες »

Γιατί δεν πρέπει να «κολλάς» στον μπροστινό σου

17/6/2021

Απόσταση ασφαλείας, αυτός ο άγνωστος! Πόσα ατυχήματα έχουν γίνει επειδή «δεν πρόλαβε να φρενάρει» το πίσω αυτοκίνητο; Χρειαζόμαστε περίπου 1 δευτερόλεπτο για να αντιδράσουμε, και αν κινούμαστε με 100 km/h έχουμε ήδη διανύσει 28 μέτρα. Αναλύουμε πώς υπολογίζουμε την απόσταση ασφαλείας.

Παρόλο που όλοι όσοι χειρίζονται ένα όχημα στους δημόσιους δρόμους έχουν (ή θα έπρεπε να έχουν) δίπλωμα οδήγησης, δεν έχουν όλοι τις ίδιες ικανότητες, ούτε δυστυχώς την ίδια οδηγική παιδεία. Ένα από τα πιο σημαντικά θέματα που αφορούν την ασφαλή οδήγηση και την αποφυγή ατυχημάτων είναι η τήρηση απόστασης ασφαλείας από το προπορευόμενο όχημα, μία έννοια που μάθαμε στη σχολή οδήγησης αλλά πολλές φορές τείνουμε να... ξεχάσουμε.
Σύμφωνα με έρευνα του γαλλικού ινστιτούτου IPSOS που έγινε το Μάιο του 2021, το 55% των Ελλήνων οδηγών δεν τηρούν τη σωστή απόσταση ασφαλείας από τον μπροστινό.  Τι είναι όμως αυτή η απόσταση, και για ποιο λόγο είναι τόσο σημαντική;

Ας φανταστούμε το ακόλουθο σενάριο, το οποίο πιθανότατα έχει συμβεί στην συντριπτική πλειοψηφία των οδηγών: Καθώς κινούμαστε στον αυτοκινητόδρομο, το προπορευόμενο όχημα για κάποιο λόγο αναγκάζεται να επιβραδύνει απότομα, και, φυσικά, κάνουμε και εμείς το ίδιο.
Αν δεν έχουμε κάποια συγκεκριμένη απόσταση μεταξύ μας, δεν θα προλάβουμε να φρενάρουμε και θα προκαλέσουμε ατύχημα. Αυτή είναι η ονομαζόμενη απόσταση ασφαλείας.



Πώς θα την υπολογίσω;
Για να υπολογίσουμε την απόσταση ασφαλείας, πρέπει πρώτα να μάθουμε έναν άλλο όρο: Την απόσταση ακινητοποίησης. Όπως προδίδει το όνομά της, αυτή μας υποδηλώνει τα μέτρα που θα χρειαστούν για να μπορέσουμε να σταματήσουμε με ασφάλεια χωρίς να χτυπήσουμε το εμπόδιο εμπρός. Αυτή δεν περιλαμβάνει μόνο την απόσταση επιβράδυνσης, που δείχνει πότε θα σταματήσει το όχημα από τη στιγμή που ενεργοποιήσουμε το σύστημα πέδησης, αλλά και το χρόνο αντίδρασης του οδηγού, από τη στιγμή δηλαδή που θα αντιληφθούμε το εμπόδιο μέχρι να πατήσουμε φρένο.

Ο χρόνος αντίδρασης διαφέρει ανάλογα την ηλικία και την εμπειρία του οδηγού, αλλά κατά μέσο όρο κυμαίνεται μεταξύ 0,8 και 2 δευτερολέπτων.  Ορισμένοι ειδικοί αναφέρουν διάστημα έως και 2,5 δευτερολέπτων, στο οποίο ανήκουν υπερήλικες οδηγοί, ή άτομα που τους έχει αποσπαστεί η προσοχή ή βρίσκονται υπό την επήρεια αλκοόλ. Είναι προφανές πως από τη στιγμή που θα εντοπίσουμε το εμπόδιο, μέχρι ο εγκέφαλος να δώσει σήμα στο πόδι, και αυτό θα πιέσει το μεσαίο πεντάλ, έχει περάσει ήδη χρόνος. Χρόνος κατά τον οποίον το όχημα κινείται κανονικά.

Αν το 1 δευτερόλεπτο ακούγεται λίγο, πρέπει να αναλογιστούμε το εξής: Όσο μεγαλύτερη ταχύτητα έχουμε, τόσο μεγαλύτερη είναι η διανυόμενη απόσταση, και κατά επέκταση, ο κίνδυνος που διατρέχουμε. Όταν ταξιδεύουμε με 50 km/h, διανύουμε 13,9 m/sec, ενώ με 100 km/h, διανύουμε 27,8 m/s. Από τη στιγμή που θα δούμε πως το εμπρός όχημα φρενάρει, χρειαζόμαστε περίπου 1 δευτερόλεπτο για να κάνουμε το ίδιο, ενώ στη συνέχεια πρέπει να διατηρήσουμε ίση απόσταση έτσι ώστε να ακινητοποιηθούμε αμφότεροι χωρίς να τρακάρουμε. Επειδή κατά τη διάρκεια της οδήγησης δεν μπορούμε –και δεν πρέπει- να κάνουμε μαθηματικές πράξεις, έχει θεσπιστεί παγκοσμίως ο κανόνας των 2 δευτερολέπτων. Σύμφωνα με αυτό, πρέπει να διατηρούμε τουλάχιστον 2 sec απόσταση από το προπορευόμενο όχημα.
 

Διαβάστε παρακάτω την σελίδα του άρθρου που σας ενδιαφέρει