Ευτυχία στην βασική έκδοση

Διαβάστηκε από 40779 αναγνώστες - 12/10/2020

Αν η ταχύτητα χρειάζεται να είναι πολύ γρήγορη, δε θα βρούμε μόνο τη λειτουργία "Sport" μεταξύ των τεσσάρων προγραμμάτων οδήγησης, αλλά και τη "Sport +". Αν επιλεχθεί αυτή, το πιο ευέλικτο τιμόνι, η πιο σφιχτή ανάρτηση και οι ακόμα πιο γρήγορες εναλλαγές σχέσεων κάνουν την GLC να συμπεριφέρεται πραγματικά φιλόδοξα μέσα σε ένα πλαίσιο δυναμικών όρων. Αν ζητήσει κανείς περισσότερη απόδοση, αυτός ο οδηγός επιλέγει πιθανότατα να ρυμουλκεί βαριά φορτία με μεγάλη συχνότητα.



Ωστόσο, ακόμα και οι πιο ισχυρές πετρελαιοκίνητες GLC δεν επιτρέπεται να βάζουν πάνω από 2,5 τόνους στον κοτσαδόρο τους. Αν επιλέξετε να κινηθείτε με την GLC στο πρόγραμμα "comfort" με μία από τις υψηλότερες σχέσεις, απλώς αφήστε την να κινείται, καθώς το SUV με τον κινητήρα μέγιστης ροπής 360 Nm, από την άλλη πλευρά, θα αισθανθεί πολύ χαλαρό και, ως εκ τούτου, πως είναι εφοδιασμένο με τον πλέον κατάλληλο κινητήρα.



Με πλούσιο εξοπλισμό και χαμηλή κατανάλωση
Επομένως, ο βασικός diesel κινητήρας είναι αρκετός για την GLC. Έτσι, δε θα έπρεπε κάποιος να κατηγορεί τον εαυτό του πως προχώρησε σε μία λανθασμένη επιλογή. Πρώτα απ όλα, το αυτοκίνητο της δοκιμής, που εξοπλίζεται με το «εξωτερικό πακέτο» της AMG, συμπεριλαμβανομένων τροχών, διαστάσεων 19 ιντσών (2.688 ευρώ στη Γερμανία), δεν κρύβει καθόλου τις υψηλές προσδοκίες της Mercedes-Benz. Και δεύτερον, η 200 d δεν κάνει... οικονομία μόνο σε ό,τι αφορά τις επιδόσεις, αφού το ίδιο ισχύει και στην αντλία παροχής καυσίμων.



Η κατανάλωση της δοκιμής μας έφτασε τα 7,6 λίτρα όντας χαμηλότερη κατά μόλις 0,1 λίτρα της ισχυρότερης κατά 82 PS έκδοσης "300 d". Και ο προκάτοχος κινητήρας των 2.143 cm3 και των 204 PS (250 d) σημείωσε επίσης κατανάλωση ακριβώς 7,6 λίτρων σε δοκιμή, που πραγματοποιήθηκε πριν από δύο χρόνια. Η αυτονομία των 900 km δεν είναι επομένως ένα μοναδικό επιχείρημα αγοράς της "200 d" (σημειώστε πως το προαιρετικό ρεζερβουάρ καυσίμων των 66 λίτρων διατίθεται έναντι επιπλέον χρέωσης με 58 ευρώ, διαφορετικά στο εργοστάσιο τοποθετείται ρεζερβουάρ μόνο 50 λίτρων).



Ουσιαστικά, η αιτιολόγηση της αγοράς της βασικής πετρελαιοκίνητης έκδοσης βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στην τιμή κτήσης. Επομένως, στο τέλος, για την GLC 200 d ισχύει τόσο με την καλή όσο και με την κακή έννοια το εξής: ναι μεν το πιο προσιτό μοντέλο είναι λιγότερο ισχυρό, εξακολουθεί, όμως, να είναι αρκετό δε.



Συμπέρασμα
Ο άνετος βασικός κινητήρας λειτουργεί μια χαρά στην GLC, περιορίζοντας την οδηγική απόλαυση του άνετου SUV. Η μικρή πετρελαιοκίνητη έκδοση με τη μετάδοση της κίνησης στους πίσω τροχούς είναι σαφώς ελαφρύτερη, πιο οικονομική σε κατανάλωση και έτσι πιο συνεπής στις υποσχέσεις της Mercedes-Benz.

Διαβάστε παρακάτω την σελίδα του άρθρου που σας ενδιαφέρει